Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Της Θεσσαλονίκης το Λιμάνι: Από λιμάνι επαρχίας σε διεθνή κόμβο


Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Δήμος Θεσσαλονίκης διοργάνωσε συνάντηση των φορέων της πόλης με μοναδικό ερώτημα την παραχώρηση του πρώτου προβλήτα του λιμανιού στην πόλη της Θεσσαλονίκης για την ανάπτυξη πολιτιστικών δράσεων. Τόσο ο Δήμαρχος της πόλης όσο και οι παραγωγικοί φορείς δεν έθεσαν σε αμφισβήτηση την διαδικασία παραχώρησης.

Συμμετείχα στην  συνάντηση ως εκπρόσωπος του ΑΠΘ. Επειδή το ερώτημα ήταν ένα και μοναδικό και δεν αφορούσε την παραχώρηση ή μη, οι προτάσεις που κατέθεσα αφορούσαν τις ενέργειες που θα μπορούσε να κάνει ο Δήμος Θεσσαλονίκης ώστε να εξασφαλιστεί η παραχώρηση του πρώτου προβλήτα. Συνοπτικά αναφέρω: α) επειδή το θέμα είναι πολιτικό απαιτείται συνάντηση του Δημάρχου με τον Πρωθυπουργό και εφαρμογή του μοντέλου της Δραπετσώνας κατά την παραχώρηση του ΟΛΠ , β) συνάντηση του Δημάρχου με τους ενδιαφερόμενους επενδυτές για την παραχώρηση εκ μέρους τους του πρώτου προβλήτα στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Σημείωσα ότι η ανάπτυξη πολιτιστικών δράσεων στον πρώτο προβλήτα θα προσφέρει αξία στην επένδυση του παρόχου ειδικά στον κλάδο της κρουαζιέρας.

Ως αναπληρωτής πρύτανη του ΑΠΘ δεν θα ήταν σωστό να πάρω θέση στο θέμα της παραχώρησης του ΟΛΘ, αφενός μεν διότι δεν αποτελούσε μέρος του ερωτήματος που έθεσε ο Δήμαρχος και αφετέρου δεν μπορούσα να δεσμεύσω το ΑΠΘ με μια θέση που ενδεχομένως στην Σύγκλητο να υπήρχαν διαφωνίες. Στο παρόν άρθρο ως καθηγητής οικονομικών παίρνω συγκεκριμένη θέση, όπως εξάλλου έκανα και στο παρελθόν όσον αφορά τον ρόλο του λιμανιού στην πόλη.

Η επιστημονική μου θέση είναι ότι η λειτουργία του λιμανιού εκ μέρους του δημοσίου δεν απέδωσε και δεν μπορεί  να αποδώσει στην εποχή του εντόνου ανταγωνισμού και της παγκοσμιοποίησης. Στην συνάντηση ακούστηκαν, κυρίως από κομματικούς εκπροσώπους της αριστεράς τα γνωστά τετριμμένα για τον δημόσιο χαρακτήρα, λιμάνι στην υπηρεσία του λαού, κλπ. Το ερώτημα είναι πως θα επιτύχει το λιμάνι αυτήν την εποχή με δημόσια διοίκηση. Δηλαδή, θα υπάρξει ένας από μηχανής θεός που θα βοηθήσει στην ανάπτυξη του λιμανιού; Και όλα αυτά τα χρόνια τι κατάφερε το δημόσιο; Τα στοιχεία, όπως δημοσιεύονται στα δελτία του ΟΛΘ, είναι απογοητευτικά. Ακόμη και κατά το έτος 2007 οπότε σημειώθηκε το ανώτερο επίπεδο εργασιών  το λιμάνι λειτούργησε με υποδυναμικότητα στην διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων. Δεν αναφέρομαι στην επέκταση του έκτου προβλήτα που ακούω από την  εποχή του 1980! Εδώ και δεκαετίες ποιος  εμπόδιζε την επένδυση, όταν δεν υπήρχε καν στο μυαλό η παραχώρηση ούτε ως ιδέα.

Το κάθε λιμάνι παίζει έναν και μοναδικό ρόλο. Την διακίνηση εμπορευμάτων και ανθρώπων. Τελεία.  Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η διακίνηση τόσο μεγαλύτερα τα έσοδα, τόσο περισσότερες θέσεις εργασίας, τόσο μεγαλύτερο εισόδημα για την πόλη και την χώρα.  Ας δουμε τα δεδομένα. Το 2015 εργάστηκαν στο λιμάνι 360 εργαζόμενοι. Σύμφωνα με την μελέτη για το λιμάνι, η δυναμικότητα του θα υπερδιπλασιαστεί και θα ανέλθει στα 1,5 εκατομμύρια εμπορευματοκιβώτια (να σημειώσουμε εδώ ότι το επενδυτικό σχέδιο του ανάδοχου του προηγούμενου διαγωνισμού πρότεινε δυναμικότητα 2 εκατομμυρίων εμπορευματοκιβωτίων-γιατί η τωρινή πρόταση έχει μειώσει την δυναμικότητα;). Με το προηγούμενο επενδυτικό πρόγραμμα ο αριθμός άμεσων θέσεων εργασίας θα ανέρχονταν στους 800 εργαζομένους και οι θέσεις σε συνεργαζόμενες με το λιμάνι επιχειρήσεις στις 2.500 θέσεις. Εάν δε λάβουμε υπόψη μας έναν μέσο πολλαπλασιαστή  εργασίας,  η κάθε θέση εργασίας από τις  3300 δημιουργεί επιπλέον 5-10 θέσεις έμμεσες θέσεις. Δηλαδή, στην πλήρη δυναμικότητα του το λιμάνι θα συντηρεί 17-30 χιλιάδες θέσεις εργασίας! Επιπλέον, με την παραχώρηση στην ιδιωτική εταιρεία θα εγκατασταθούν στην Θεσσαλονίκη εταιρείες παραγωγής που θα συνεργάζονται με το λιμάνι, όπως συνέβη στον Πειραιά με τις επιχειρήσεις που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή λόγω της Cosco.

Συνεπώς, εάν λάβουμε υπόψη τα οικονομικά και κοινωνικά μεγέθη από την μέχρι τώρα πορεία του λιμανιού και το μέλλον, έτσι όπως διαγράφεται λόγω της παραχώρησης σε εταιρεία διαχείρισης λιμανιών, τότε η πλέον φιλολαϊκή πολιτική είναι αυτή της παραχώρησης.  Τότε γιατί αντιδρά η αριστερά και οι εργαζόμενοι; Δεν μπορώ να απαντήσω για τους  εργαζόμενους. Για την αριστερά ας αναλογισθούν τον Engels για τον ρόλο του  δημοσίου και των δημοσίων υπαλλήλων  σε καθεστώς καπιταλισμού.

Συμπερασματικά, ως καθηγητής οικονομικών, και επειδή με ενδιαφέρει να δημιουργηθούν πραγματικές θέσεις εργασίας, θεωρώ  ότι θα ήταν αρνητική εξέλιξη για το μέλλον της πόλης η αποτυχία της παραχώρησης. Ταυτόχρονα, θα ήταν προς το συμφέρον τόσο του επενδυτή όσο και της πόλης η παραχώρηση της χρήσης του πρώτου προβλήτα στην πόλη. Η συνέργεια αυτή θα προσφέρει οφέλη σε όλους.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Γιατί δεν πρέπει να φύγουμε από το ευρώ


Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα εξηγήσει διεξοδικά γιατί η έξοδος από την ευρωζώνη και η επάνοδος σε ένα νέο εθνικό νόμισμα θα οδηγήσει σε χειροτέρευση της κατάστασης του δημοσίου χρέους της χώρας, τον μακροχρόνιο αποκλεισμό της από τις αγορές κεφαλαίων και την οικονομική συρρίκνωσή της.
Οι υπέρμαχοι της επανόδου στην δραχμή στηρίζουν σχεδόν όλη την επιχειρηματολογία τους στο ότι οι ελληνικές εξαγωγές θα γίνουν πιο ανταγωνιστικές στις διεθνείς αγορές και θα βοηθήσουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Έχουν δίκιο; ΟΧΙ. Διότι όπως έδειξα και αλλού, η οικονομική θεωρία πουθενά δεν συνδέει την τιμή συναλλάγματος με το διεθνές εμπόριο της χώρας, παρά μόνο όταν υπάρχουν  βραχυπρόθεσμες ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών που μπορούν, για βραχυπρόθεσμο διάστημα, να κλείσουν με μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας.
Ας υποθέσουμε όμως, για την οικονομία της συζήτησης, ότι μπορεί να έχει η συναλλαγματική ισοτιμία επίδραση στο διεθνές εμπόριο. Ας δούμε εάν ισχύει κάτι τέτοιο και στην περίπτωση που η χώρα βγει από την ευρωζώνη και υιοθετήσει την δραχμή.
Στην περίπτωση αυτή η χώρα έχει δυο ενδεχόμενα: α) να μην υποτιμήσει την νέα δραχμή και β) να την υποτιμήσει. Οι υπέρμαχοι μιλούν για κέρδος στις εξαγωγές, άρα θεωρούν ότι η νέα δραχμή, αμέσως μετά την εισαγωγή της, θα υποτιμηθεί. Εάν η νέα δραχμή υποτιμηθεί, τα ενδεχόμενα πάλι είναι δύο: α) η υποτίμηση να είναι μικρή,  πχ της τάξης 10-15% και β) η υποτίμηση να είναι μεγάλη, σύμφωνα με τα σενάρια που ακούγονται, μεγαλύτερη από 40% (σενάριο UBS) μέχρι 60%. Θεωρώ ότι το σενάριο της μικρής υποτίμησης, έστω και εάν υιοθετείται από ορισμένους οικονομολόγους που προτείνουν την δραχμή, δεν μπορεί να σταθεί, λαμβάνοντας υπόψη το τεράστιο κόστος μετάβασης από το ευρώ στο νέο νόμισμα. Θεωρώ αδιανόητο για μια κυβέρνηση να προχωρήσει σε ένα τέτοιο εγχείρημα έχοντας ως στόχο μια υποτίμηση της τάξης του 10-15%. Άρα το πιθανότερο σενάριο είναι αυτό της πολύ μεγάλης υποτίμησης της νέας δραχμής.
Από την στιγμή που θα εισαχθεί η νέα δραχμή με μια υποτίμηση 40% και πάνω, το νέο νόμισμα από την γέννηση του θα χάσει την αξιοπιστία του και οι πολίτες δεν θα το εμπιστεύονται. Για παράδειγμα, εξαγωγικές επιχειρήσεις δεν θα δραχμοποιούν το συνάλλαγμα, αλλά θα το κρατούν σε τράπεζες του εξωτερικού, και συνεπώς δεν θα υπάρχει μέρος της προβλεπόμενης εισροής συναλλάγματος.
Μετά την μεγάλη αυτή υποτίμηση, οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων θα αυξηθούν ανάλογα (πχ. πετρέλαιο, πρώτες ύλες, τρόφιμα). Άρα ο πληθωρισμός θα αυξηθεί ραγδαία με δυο σημαντικές επιπτώσεις. Αφενός μεν τα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή θα χάσουν σχεδόν άμεσα το όποιο πλεονέκτημα της υποτίμησης και αφετέρου οι εργαζόμενοι της χώρας θα απαιτήσουν αυξήσεις στους μισθούς για να καλύψουν τις απώλειες από τον πληθωρισμό. Η κυβέρνηση θα έχει δύο εναλλακτικές σε αυτήν την περίπτωση. Είτε να ικανοποιήσει το αίτημα των εργαζόμενων και να αυξήσει τους μισθούς, προκαλώντας πλέον την έναρξη ενός νέου φαύλου κύκλου πληθωρισμού, είτε να μην ικανοποιήσει αυτό το αίτημα, ακολουθώντας μια νέα αντιπληθωριστική πολιτική. Θεωρώ ότι μετά από τόσα χρόνια ύφεσης και μείωσης των πραγματικών μισθών μετά το 2009 και διαθέτοντας πλέον η κυβέρνηση  το δικαίωμα να «κόβει» χρήμα, το πιθανότερο είναι να ικανοποιηθούν αυτά τα αιτήματα με αποτέλεσα την επιτάχυνση το πληθωρισμού.
Υπενθυμίζω ότι λόγω του πληθωρισμού τα αποτελέσματα των δύο υποτιμήσεων που έγιναν στη δεκαετία του 1980 (1983 και 1985) κράτησαν μόλις 7 μήνες!
Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση θα επιλέξει την ενάρετη (!) λύση και θα αρνηθεί τις αυξήσεις των μισθών. Ο πληθωρισμός που θα προκληθεί κυρίως λόγω των πρώτων υλών θα διαβρώσει άμεσα το πλεονέκτημα της υποτίμησης. Σημειώνω ότι οι εισαγωγές ορυκτών και πετρελαιοειδών και χημικών ανέρχονταν το 2010 σε 24,5 δις ευρώ (σε σύνολο εισαγωγών 63,3 δις ευρώ) όταν το σύνολο των εξαγωγών μας ανέρχονταν μόλις στα 21,5 δις. Εδώ λοιπόν ανακύπτει το ερώτημα του πως θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι εισαγωγές, που αποτελούν την βάση της οικονομίας της χώρας και δεν αφορούν καταναλωτικές δαπάνες.
Εδώ λοιπόν εισέρχεται το πρόβλημα της ρευστότητας και της χρηματοδότησης των εξαγωγών και εισαγωγών της χώρας. Με την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη και λόγω των προβλημάτων που θα δημιουργηθούν στο χρηματοπιστωτικό τομέα (θα τα συζητήσω σε επόμενη ανάρτηση),  οι στρόφιγγες της ρευστότητας από τις διεθνείς αγορές και την ΕΚΤ θα κλείσουν εντελώς. Έτσι, αφενός μεν η χώρα θα πρέπει να εισάγει όσο ακριβώς θα εξάγει, δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση με στοιχεία του 2010 μόλις 21,5 δις. Όμως λόγω της ραγδαίας ανόδου του κόστους της ενέργειας και των πρώτων υλών, τα Ελληνικά προϊόντα δεν θα έχουν την ανταγωνιστικότητα που αναμένουν οι υποστηρικτές της νέας δραχμής.  Ταυτόχρονα, λόγω των προβλημάτων ρευστότητας θα καταστεί πολύ δύσκολη η εξαγωγική δραστηριότητα. Ήδη, σήμερα, εντός ευρωζώνης, οι εγγυητικές επιστολές ( συνήθως σε σκληρό νόμισμα) των ελληνικών τραπεζών δεν γίνονται αποδέκτες από ξένους εταίρους των ελληνικών επιχειρήσεων και απαιτούν άμεσα ρευστότητα.
Τέλος, να σημειώσω ότι όταν στην δεκαετία του 1980 τα αποτελέσματα των υποτιμήσεων κράτησαν μόλις επτά μήνες η αποβιομηχάνιση της χώρας μόλις είχε ξεκινήσει και το ποσοστό της βιομηχανίας στο ΑΕΠ ανέρχονταν γύρω στο 21-22% ενώ σήμερα ανέρχεται μόλις στο 12%! Το ποσοστό της γεωργίας έχει επίσης μειωθεί σημαντικά. Και ως αποτέλεσμα, η χώρα παράγει περίπου 75% μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, όπως ακίνητα. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πως μπορεί έστω και μία μεγάλη υποτίμηση να οδηγήσει σε άνοδο των εξαγωγών.
Συμπερασματικά: θεωρώ ως επιπόλαια και χωρίς σκέψη για την δομή της ελληνικής οικονομίας την άποψη για έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την επιστροφή στην νέα δραχμή για να λύσει τα προβλήματα της και να κερδίσει σε ανταγωνιστικότητα. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι μεταξύ άλλων και η κατάρρευση των εξαγωγών λόγω του πληθωρισμού και της τεράστιας αβεβαιότητας που θα επικρατήσει σχετικά με το νόμισμα της χώρας, όπως συνέβη και σε άλλες περιόδους της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας (1945-1952, 1981-1995).
Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα ήθελα να ζητήσω από τους εισηγούμενους την επιστροφή στην δραχμή, να μας πουν εάν υπάρχουν χώρες των οποίων το νόμισμα υποτιμάται με μεγάλα ποσοστά και αυτές κερδίζουν στο διεθνές εμπόριο

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Ψηφίζω ΝΑΙ ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ Γιατί





Μετά από ένα περίπου χρόνο αποφάσισα να παρέμβω στον δημόσιο διάλογο με άρθρο διότι με το δημοψήφισμα που προκήρυξαν οι Τσίπρας-Καμένος-Μιχαλολιάκος, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ οι ΑΝΕΛ και η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, διακυβεύεται το μέλλον της χώρας μου για πολλές δεκαετίες. Έτσι λοιπόν δηλώνω ότι ψηφίζω ΝΑΙ στο ερώτημα εάν θέλουμε να μείνουμε στην Ευρώπη ή να φύγουμε για άλλα λιμάνια ΓΙΑΤΙ:
-        Δεν θέλω να απολογούμαι στην διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα για την συμπεριφορά της κυβέρνησης μου. Θέλω να ξαναποκτήσω την περηφάνια μου ως Έλληνας και να μην με θεωρούν μαχαλόμαγκα που με τσαμπουκά και τραμπουκισμό θέλω να επιβάλλω την άποψη μου.
-        Θέλω η χώρα μου, έστω και με τις σημερινές δυσκολίες, να εξακολουθεί να ανήκει στις πλουσιότερες χώρες του πλανήτη.
-        Θέλω οι φοιτητές να συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό γίγνεσθαι μέσω των προγραμμάτων της ΕΕ
-        Θέλω οι νεαροί συνάδελφοί μου να μπορούν να συμμετέχουν με τον δυναμισμό που τους διακρίνει στα ανταγωνιστικά προγράμματα της ΕΕ, να κινούνται ελεύθερα στα Πανεπιστήμια της ΕΕ και να μην χρειάζονται βίζα για μια επίσκεψη.
-        Θέλω τα πανεπιστήμια της χώρας μου να γίνουν πιο ανταγωνιστικά και εξωστρεφή και όχι κλεισμένα σε ένα αυτιστικό εσωτερικό περιβάλλον. Τα προγράμματα της ΕΕ μας έχουν βοηθήσει σε αυτό. Όλοι (εκτός των τεχνοφοβικών) γνωρίζουν ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο εκτινάχτηκε ερευνητικά με την δημιουργία του HEAL-LINK που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ και πλέον τελειώνει τέλος Ιουνίου επιστέφοντας το ελληνικό πανεπιστήμιο στα παλιά πέτρινα χρόνια
-        Θέλω οι νέοι άνθρωποι να έχουν διέξοδο σε νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο παγκόσμιο περιβάλλον.
-        Θέλω οι έλληνες εργαζόμενοι και άνεργοι να έχουν πρόσβαση σε συνεχή εκπαίδευση ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες απαιτήσεις της οικονομίας
-        Θέλω οι έλληνες αγρότες να έχουν εξασφαλισμένο εισόδημα για την δύσκολη δουλειά τους και να έχουν μέλλον μέσα από νέο σχεδιασμό σε υψηλότερα εισοδήματα
-        Θέλω ο Έλληνας επιχειρηματίας να αναπτύξει όλα του τα ταλέντα μέσα σε ένα ελεύθερο οικονομικό περιβάλλον χωρίς κομματικούς και γραφειοκρατικούς περιορισμούς και ολιγοπωλιακές καταστάσεις.
-        Θέλω ο εργαζόμενος να έχει εξασφαλισμένο πραγματικό εισόδημα
-        Θέλω τα παιδιά μας να μην αναγκαστούν ξεπληρώνουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη μιας χρεοκοπημένης χώρας για τα επόμενα διακόσια χρόνια
Τέλος, θέλω τα παιδιά μας να ζήσουν σε μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία, στην οποία η δημόσια συζήτηση βασίζεται στο επιχείρημα και όχι στον τραμπουκισμό (δες λεξικό Μπαμπινιώτη για την σημασία της λέξης) που, όπως οι ισλαμιστές σκότωσαν τους γελοιογράφους του Charlie, έτσι και στην Ελλάδα τα γνωστά trolls του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσπάθησαν να «σκοτώσουν» τον Χατζόπουλο και τον Αρκά. Αείμνηστε Λεωνίδα Κύρκο ελπίζω να μην βλέπεις από κει πάνω.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ομιλία στο Συνέδριο του ΑΠΘ: Ποιά Ελλάδα

Παρακάτω είναι ο σύνδεσμος με το βιντεο της ομιλιας στο συνέδριο που διοργάνωσε το ΑΠΘ στις 13-14 Φεβρουαρίου 2014 με τγενικό τίτλο "Ποά Ελλάδα"

http://www.livemedia.gr/video/62604

Και αυτός είναι ο σύνδεσμος από το στρογγυλό τραπέζι  στο τέλος του συνεδριου στο οποίο συμμετείχα ως συντονιστης της ενότητας "Ποιά Ανάπτυξη"

http://www.livemedia.gr/video/62808

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Πραγματικοί Μισθοί: Μύθοι και Πραγματικότητα


Ένα από τα πεδία αντιπαράθεσης των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, και όχι μόνον, αποτελεί η εξέλιξη των πραγματικών αμοιβών των εργαζόμενων στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, καθώς και η διανομή του εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Οι πολιτικές δυνάμεις αυτοχαρακτηρίζονται ως προοδευτικές ή συντηρητικές και προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες, μερικές φορές το καταφέρνουν, για την συνέπεια των λόγων και των έργων τους ως προς την εφαρμοζόμενη πολιτική τους. Τελευταία δε, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην βαθιά οικονομική κρίση εμφανίσθηκαν και οι ακροδεξιοί οι οποίοι θεωρούν ότι η χούντα 1967-1974 στήριξε τον εργαζόμενο και τον προστάτευσε από το «αιμοβόρο» κεφάλαιο.
Σήμερα, διαθέτοντας μια σειρά από στατιστικά στοιχεία που προμηθεύουν διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και η Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, μπορούμε, εκ των υστέρων, να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα των πολιτικών που εφάρμοσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1963 έως το 2003 (περίοδος για την οποία το Δ.Ν.Τ. παρέχει στοιχεία για την Ελλάδα και επιφυλάσσομαι για την περίοδο 2003-2010).
Κατά την τεσσαρακονταετία αυτή οι εκάστοτε κυβερνήσεις άσκησαν πολιτικές που επηρέασαν  την ανάπτυξη, τις πραγματικές αμοιβές της εργασίας και την διανομή του εισοδήματος. Στην πρώτη στήλη του πίνακα 1 παρουσιάζεται η συνολική μεταβολή του πραγματικού ακαθαρίστου προϊόντος που επιτεύχθηκε κατά την διάρκεια της κυβερνητικής θητείας της αντίστοιχης κυβέρνησης[1]. Στην δεύτερη στήλη παρουσιάζεται η συνολική μεταβολή των πραγματικών αμοιβών στην βιομηχανία και στην τρίτη στήλη παρουσιάζεται η διαφορά της μεταβολής της πραγματικής αμοιβής της εργασίας και της μεταβολής του ΑΕΠ.
Από τα στοιχεία της δεύτερης στήλης προκύπτει ότι η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση Καραμανλή υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τους εργαζόμενους, καθώς η τότε επονομαζόμενη «σοσιαλμανία» του Κωνσταντίνου Καραμανλή μεταφράστηκε σε συνολική αύξηση των πραγματικών αμοιβών κατά 35%.  Η δικτατορία ακολουθεί με πραγματική αύξηση κατά 29% και στην τρίτη θέση βρίσκεται η πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου με πραγματική βελτίωση των αμοιβών κατά 21%. Η δεύτερη κυβέρνηση Α. Παπανδρέου υπήρξε η χειρότερη κυβέρνηση για τους εργαζόμενους, καθώς οι πραγματικές αμοιβές μειώθηκαν κατά 12% και ακολουθεί η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με 11%.
Η τρίτη στήλη μας δείχνει την απώλεια των εργαζόμενων από την αναδιανομή του δημιουργηθέντος προϊόντος στην οικονομία. Εάν η μεταβολή του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερη από τη μεταβολή των πραγματικών αμοιβών, και θεωρώντας τον πληθυσμό σταθερό, τότε οι εργαζόμενοι δεν απολαμβάνουν πλήρως την παραγωγικότητα που έχουν πετύχει κατά την διάρκεια της επισκοπούμενης περιόδου. Την διαφορά την καρπούνται άλλες τάξεις. Πραγματοποιείται, δηλαδή, αναδιανομή του πραγματικού εισοδήματος εις βάρος των εργαζομένων. Εάν η πραγματική αμοιβή αυξάνει πιο γρήγορα από την αύξηση του προϊόντος, τότε γίνεται αναδιανομή υπέρ των εργαζομένων με κίνδυνο όμως την άνοδο των τιμών στην συνέχεια. 
Εξετάζοντας λοιπόν την διαφορά μεταβολής πραγματικών αμοιβών και μεταβολής του ΑΕΠ, παρατηρούμε ότι η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση Καραμανλή πραγματοποίησε την μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων κατά 23%. Ακολουθεί η κυβέρνηση Γ. Ράλλη με 14.2% και τρίτη η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου με 7.5%.  Σε όλες τις υπόλοιπες κυβερνητικές θητείες η διαφορά είναι αρνητική, δηλαδή, οι εργαζόμενοι δεν απόλαυσαν πλήρως την αύξηση της παραγωγικότητας διότι πραγματοποιήθηκε αναδιανομή του εισοδήματος εις βάρος τους. Η μεγαλύτερη αναδιανομή πραγματοποιήθηκε επί δικτατορίας με απώλεια 49.5%, ακολουθεί η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου με απώλεια 12.8% και τέλος η κυβέρνηση Μητσοτάκη με απώλεια 11.7%. Καταρρίπτονται λοιπόν δυο μύθοι: α) ο μύθος τον οποίο έστησαν για την φιλεργατική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου και β)ο μύθος τον οποίο προσπαθούν να στήσουν οι νοσταλγοί της χούντας ότι η δικτατορία προστάτευσε τους εργαζόμενους από την εργοδοσία. Στην διάρκεια των κυβερνήσεων αυτών οι εργαζόμενοι έχασαν τα μεγαλυτέρα μερίδια προς όφελος της εργοδοσίας.
Εάν εξετάσουμε τις συνολικές κυβερνητικές θητείες της Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ μετά την μεταπολίτευση, δηλαδή τις περιόδους 1974-1981, 1981-1988 και 1994-2003, τότε μπορούμε να καταλήξουμε στις παρακάτω διαπιστώσεις. Κατά την  πρώτη μεταπολιτευτική κυβερνητική περίοδο, με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επιτεύχθηκε συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 16.6 %, ενώ η συνολική αύξηση πραγματικών αμοιβών ήταν 53%. Κατά συνέπεια πραγματοποιήθηκε αναδιανομή του πραγματικού εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων κατά 36.4%. Κατά τη πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, επί Α. Παπανδρέου (1981-1988), η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 14.3%, ενώ η συνολική αύξηση των πραγματικών αμοιβών 9%. Συνεπώς, συνετελέσθη αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος των εργαζόμενων κατά 5.3%. Η δεύτερη περίοδος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με Α. Παπανδρέου και στην συνέχεια Κ. Σημίτη, η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 35%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών αμοιβών 18.9%. Συνετελέσθη δηλαδή αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος των εργαζομένων κατά 16.1%.
Τέλος, κατά την εικοσαετία (1981-2003) που η χώρα μας είναι μέλος της ΕΟΚ (ΕΕ) και έχει αντλήσει σημαντικούς χρηματοοικονομικούς πόρους από τα κοινοτικά ταμεία, η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 60%, ενώ  αντίστοιχη αύξηση των  πραγματικών μισθών ήταν μόλις 24.9%. Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι απόλαυσαν μέρος μόνο της παραγωγικότητας που επιτεύχθηκε κατά την περίοδο αυτή. Το υπόλοιπο 35.4% αναδιανεμήθηκε προς όφελος άλλων τάξεων και για αυτή την μεγάλη αναδιανομή  ευθύνονται και τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν την χώρα, το καθένα βέβαια με το ποσοστό της ευθύνης του (23.7% το ΠΑΣΟΚ και 11.7% η Νέα Δημοκρατία του Κ. Μητσοτάκη).



Πίνακας 1.
Πραγματικές Αμοιβές και Αναδιανομή
Κυβέρνηση
Συνολική %
Μεταβολή ΑΕΠ
Συνολική % Μεταβολή του Ωριαίου Μισθού
Διαφορά % Μεταβολής του ΑΕΠ Με % Μεταβολή του Μισθού
Γ. Παπανδρέου
(1964-65)
22
16.
-6
Κυβερνητική Αστάθεια
(1966-1967)
12.3
18
5.7
Δικτατορία
(1967-1974)
78.6
29
-49.5
Α' Κ. Καραμανλή
(1974-1977)
11.7
35
23.2
Β' Κ. Καραμανλή
(1977-1980)
14.1
13
-1.1
Γ. Ράλλη
(1980-1981)
-9.2
5
14.2
Α' Α. Παπανδρέου
(1981-1985)
13.4
21
7.5
Β' Α. Παπανδρέου (1985-1989)
0.8
-12
-12.8
Κ. Μητσοτάκη
(1990-1993)
1.7
-10
-11.7
Γ' Α. Παπανδρέου (1994-1995)
7
6
-1.03
Α' Κ. Σημίτη
(1996-2000)
10.3
3
-7.3
Β' Κ. Σημίτη
(2000-2003)
17.6
9.9
-7.6





























Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, International Financial Statistics


[1] Πραγματικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και πραγματική αμοιβή της εργασίας είναι τα αντίστοιχα μεγέθη μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού.