Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Επανάσταση «Γουτεμβέργιος 2.0»!


Στα μέσα του 15ου αιώνα ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος εφηύρε την τυπογραφία και έδωσε στην ανθρωπότητα την δυνατότητα να προχωρήσει στην Αναγέννηση, την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, την εκπαίδευση, την βιομηχανική επανάσταση και τελικά στην άνευ προηγουμένου ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου κατά τον 20ο αιώνα. Μέχρι τον Γουτεμβέργιο η γνώση ήταν περιορισμένη στα μοναστήρια και στις αυλές καθώς η χειρόγραφη αντιγραφή ήταν αδύνατον να φτάσει και στον απλό πολίτη.
Φαίνεται ότι στην εποχή μας βιώνουμε, ενδεχομένως, μια επανάσταση όπως αυτή του Γουτεμβέργιου και μπορούμε να την ονομάσουμε «Γουτεμβέργιος 2.0». Το βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης επανάστασης ήταν η διάχυση της πληροφορίας και της γνώσης από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το βασικό χαρακτηριστικό της επανάστασης «Γουτεμβέργιος 2.0» είναι η μεταφορά ευφυίας από τον άνθρωπο στην μηχανή.  Ποια είναι αυτά τα γεγονότα που μας οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα;
Ο αριθμός των δεδομένων έχει λάβει τεράστια διάσταση και αυξάνει με εκθετικό ρυθμό. Ήδη σε παγκόσμια κλίμακα έχουν εγκατασταθεί εκατομμύρια αισθητήρες που συλλέγουν δεδομένα από τις κινήσεις σε πόλεις μέχρι τη κατανάλωση νερού στο νοικοκυριό στο Λος Άντζελες. Σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό δημιουργούνται αισθητήρες που θα προσφέρουν όλο και περισσότερα δεδομένα. Για την επεξεργασία και διαχείριση αυτών των δεδομένων η επιστήμη σε διάφορους κλάδους της δημιουργεί όλο και ταχύτερους και πιο ευφυείς αλγορίθμους. Ταυτόχρονα, η υπολογιστική ισχύς των μηχανών ακολουθεί επίσης εκθετική πορεία.
Όμως δεν είναι μόνο αυτός ο τεράστιος όγκος δεδομένων και η δημιουργία των ευφυιών αλγορίθμων για την επεξεργασία τους, αλλά ταυτόχρονα εξελίσσεται η τεχνητή νοημοσύνη που οδηγεί στην δυνατότητα των μηχανών για μεταφράσεις σε ψηφιακές γλώσσες, στην συσχέτιση μεταξύ των  μηχανών και σε παραγωγικό συλλογισμό. Σήμερα, για παράδειγμα, έχουν δημιουργηθεί αλγόριθμοί για την ανάλυση νομικών κειμένων και δικογράφων.
Φτάνουμε λοιπόν σε μια εποχή που στις επιχειρήσεις και στους οργανισμούς οι μηχανές θα έχουν την ευφυία για λαμβάνουν αποφάσεις. Η συνεργασία (association) μεταξύ των μηχανών δίνει την δυνατότητα για παραγγελιές όταν το ράφι «διαπιστώνει» ότι μειώνεται το απόθεμα κάτω από το όριο, το οποίο έχει ήδη υπολογισθεί σε προηγούμενο στάδιο με την χρήση των δεδομένων που έχει συλλέξει και επεξεργαστεί το σύστημα. Την πληροφορία συγκεντρώνει άλλος αλγόριθμος που αποφασίζει να δοθεί παραγγελία σε προμηθευτή, αφού προηγουμένως έχει ελέγξει την χρηματοοικονομική δυνατότητα της επιχείρησης. Με αυτόν τον τρόπο θα φτάσει μέχρι τον εκσκαφέα του ορυχείου για το μετάλλευμα που λειτουργεί αυτόματα με αισθητήρες και παίρνει αποφάσεις που θα σκάψει.
Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, δεν αναφερόμαστε πλέον σε απλή εισαγωγή μηχανών στην παραγωγή αλλά για την μεταφορά της ευφυίας από τους εργαζόμενους στην μηχανή. Μέχρι την εποχή μας, οι εργαζόμενο συνεισέφεραν στην παραγωγή την ευφυία και την φυσική τους δύναμη ενώ οι μηχανές, ακόμη και οι πιο σύγχρονες, την επαναληπτική «σωματική» λειτουργία τους. Αυτός ο συνδυασμός οδήγησε στην αναπτυξιακή έκρηξη του 20ου αιώνα. Στα επόμενα χρόνια όμως θα μειώνεται όλο και περισσότερο η συνεισφορά των εργαζόμενων και θα αυξάνει η συμμετοχή των ευφυών μηχανών που θα παίρνουν αποφάσεις. Το νέο παραγωγικό σύστημα θα είναι αυτό-οργανούμενο, προσαρμοστικό στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και δυναμικό. Το νέο παραγωγικό σύστημα που στηρίζεται στην επανάσταση «Γουτεμβέργιος 2.0» δεν είναι απλά αυτό που έχει καθιερωθεί ως όρος «internet of things”, αλλά στην ευφυή δράση που δεν πηγάζει από τους εργαζόμενους.
Από την απλή παράθεση των παραπάνω αντιλαμβανόμαστε ότι οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες θα είναι τεράστιες. Το βέβαιο είναι ότι: α) η παραγωγικότητα θα αυξηθεί, β) πολλές θέσεις απασχόλησης θα αντικατασταθούν από μηχανές – καμία πλέον θέση δεν είναι εξασφαλισμένη, γ) νέες θέσεις θα δημιουργηθούν, όπως συνέβη, βέβαια, και κατά τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας.
Επειδή όμως το μέλλον που περιγράψαμε είναι αύριο, οι κοινωνίες θα πρέπει να σχεδιάσουν και να προετοιμασθούν από σήμερα. Ερωτήματα που προκύπτουν είναι για παράδειγμα ποιες προσαρμογές πρέπει να γίνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, πως θα αντιμετωπίσουμε τους εκατομμύρια εργαζόμενους των οποίων οι θέσεις εργασίας θα αντικατασταθούν από μηχανές, πως θα διανέμεται το εισόδημα που θα δημιουργείται κυρίως από μηχανές, ποια θα είναι η δυνατότητα άσκησης οικονομικής πολιτικής, κ.α. Και επειδή μας ενδιαφέρει και η χώρα μας πως βλέπουμε την Ελλάδα σε αυτό το νέο περιβάλλον;

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Οικονομική Ανάκαμψη: Από πού θα χρηματοδοτηθεί;


Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση αναφέρονται, τον τελευταίο καιρό, στις επενδύσεις διατυπώνοντας, η κάθε μια από τη μεριά της, ότι η πολιτική της θα φέρει την πολυπόθητη “αναπτυξιακή έκρηξη”. Είναι όμως έτσι; Σε μια πρόσφατη συζήτηση του Richard Thaler (φετινό βραβείο Νόμπελ οικονομίας) ρωτήθηκε από δημοσιογράφο του BBC για την άποψη οικονομικής πολιτικής που εξέφρασε ένας πολιτικός στην Μεγάλη Βρετανία. Ο Thaler απάντησε ρωτώντας εάν ο πολιτικός έχει δεδομένα να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Τα δεδομένα είναι ο μοναδικός τρόπος να αξιολογούνται οι οικονομικές απόψεις και θέσεις. Ας δούμε λοιπόν τα δεδομένα.
Οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται αποκλειστικά και μόνο από τις αποταμιεύσεις. Είναι νόμος. Είτε στην Κίνα, είτε στην ΕΕΣΔ, είτε στις ΗΠΑ, είτε στην Ελλάδα. Οι επενδύσεις σε μια χώρα χρηματοδοτούνται από την εθνική και την διεθνή αποταμίευση (διεθνείς επενδύσεις). Η εθνική αποταμίευση ορίζεται ως το άθροισμα της ιδιωτικής και δημόσιας. Να σημειώσουμε ότι σε καμία χώρα του αναπτυγμένου κόσμου η διεθνής αποταμίευση δεν μπορεί να καλύψει πλήρως ή ακόμη και σε μεγάλο βαθμό το κενό της εθνικής αποταμίευσης.
Η ιδιωτική αποταμίευση στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο πολύ χαμηλό ποσοστό 4% του ακαθαρίστου εθνικού εισοδήματος ή εκφρασμένη σε ευρώ περίπου στα 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2018.  Ως δημόσια αποταμίευση ορίζεται το σύνολο των φόρων που συλλέγει το κράτος. Σύμφωνα με τον κατατεθέντα προϋπολογισμό, οι φόροι θα ανέλθουν περίπου στα 50 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή το 88% περίπου της εθνικής αποταμίευσης είναι δημόσια και μόλις 12% είναι ιδιωτική! Από τα 50 δισεκατομμύρια που εισπράττει το κράτος από φόρους μόλις τα 3 δισεκατομμύρια χρηματοδοτούν το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Το υπόλοιπο καλύπτει τις λειτουργικές δαπάνες του κράτους, δηλαδή η εθνική αποταμίευση χρησιμοποιείται για λειτουργικούς σκοπούς και όχι για επένδυση που εξασφαλίζει το μέλλον. Επιπλέον, ένα ποσό κοντά στα 5,7 δισεκατομμύρια δαπανάται για την πληρωμή των τόκων του δημοσίου χρέους, δηλαδή ένα μέρος της εθνικής αποταμίευσης εκρέει από την χώρα. Τέλος, είναι ενδιαφέρον ότι από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων καλύπτονται, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη και λειτουργικές δαπάνες.
Για να καταλάβουμε την απόκλιση: Το 2007 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν στο 26% του ΑΕΠ της χώρας ή σε απόλυτα μεγέθη στα 60,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2016 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανήλθαν στο 11,4% του ΑΕΠ ή σε απόλυτα μεγέθη περίπου στα 20,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή, σε ετήσια βάση οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι λιγότερες κατά περίπου 40 δισεκατομμύρια σε σχέση με το 2007! Όπως είδαμε η εθνική αποταμίευση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις ανέρχεται σε 14 δισεκατομμύρια περίπου ευρώ. Εάν δε λάβουμε υπόψη και τις εισροές από την ΕΕ μέσω ΕΣΠΑ κλπ, που ανέρχονται στα 4 περίπου δισεκατομμύρια, και τα υπόλοιπα 2 δισεκατομμύρια αφορούν τις ξένες επενδύσεις στην χώρα. Αυτές αφορούν τις 2 -3 αποκρατικοποιήσεις όπως τα αεροδρόμια. Τέλος να σημειώσουμε ότι ένα μέρος των 20,4 δισεκατομμυρίων ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου αφορά τις αποσβέσεις και δεν αποτελεί νέα προσθήκη κεφαλαίου.
Με βάση τα προαναφερθέντα δεδομένα το έλλειμμα της αποταμίευσης είναι συντριπτικό. Οι εθνική αποταμίευση και ειδικά η ιδιωτική σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να στηρίξουν την το επενδυτικό κενό της χώρας.
Συμπερασματικά: α) Το επενδυτικό κενό είναι τεράστιο και η εθνική αποταμίευση και ειδικά η ιδιωτική δεν δύναται να το καλύψει με τα σημερινά δεδομένα. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων για να καλυφθεί εν μέρει αυτό το κενό, β) η προσέλκυση ελληνικών αποταμιεύσεων από το εξωτερικό θα βοηθήσει στην προσπάθεια και γ) το μίγμα «ιδιωτική προς δημόσια αποταμίευση» πρέπει να αντιστραφεί. Με την σημερινή δομή είναι σχεδόν αδύνατο να χρηματοδοτηθούν οι εθνικές επενδύσεις.

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η Ελλάδα της Μέλλοντος απέναντι στην Ελλάδα του Λαϊκισμού και της Συντήρησης



Πριν από λίγες μέρες, γιορτάσαμε την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό. Από την απελευθέρωση, η Ελλάδα βάδισε με μια συνεχή διαμάχη μεταξύ δύο «Ελλάδων»: Την Ελλάδα της συντήρησης  και την Ελλάδα της προόδου. Η Ελλάδα της συντήρησης περιλαμβάνει τις ομάδες συμφερόντων που προσπαθούν να  διατηρήσουν τα προνόμια τους και συνεπώς δεν ενδιαφέρονται και μάλιστα παρεμποδίζουν οποιαδήποτε προσπάθεια για αλλαγή, που ενδεχομένως θα μεταβάλει τον χάρτη των συμφερόντων εις βάρος τους όμως θα βελτιώσει το επίπεδο όλης της χώρας. Η Ελλάδα της προόδου περιλαμβάνει τις ομάδες συμφερόντων που αναμένεται να βελτιώσουν την θέση τους με την αλλαγή και η αλλαγή αυτή όμως θα βελτιώσει συνολικά το βιοτικό επίπεδο της χώρας.
Η πρώτη μάχη μεταξύ των δυο «Ελλάδων» δίνεται αμέσως μετά την απελευθέρωση. Η μια Ελλάδα, του Καποδίστρια, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους Έλληνες της διασποράς και τους Φαναριώτες που ήλθαν στην Ελλάδα. Η άλλη Ελλάδα περιλαμβάνει τις ομάδες συμφερόντων που αντιπροσώπευαν οι υπέρμαχοι της διατήρησης τους προϋπάρχοντος status quo, με κύριους εκπροσώπους την προτεραία «άρχουσα» τάξη όπως οι Μαυρομιχαλαίοι κ.α. Η δολοφονία του Καποδίστρια οδηγεί στην επικράτηση των ομάδων συμφερόντων της συντήρησης και της διατήρησης ενός παραγωγικού μοντέλου που ήταν συνέχεια αυτού των τελευταίων δεκαετιών της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η συνήθης άσκηση της πολιτικής από το Ελληνικό κράτος είχε χαρακτήρα ιδιαίτερα λαϊκίστικό, με κύριο εκπρόσωπο τον Θ. Δηλιγιάννη. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ως δείκτης του βιοτικού επιπέδου της χώρας, αυξήθηκε πολύ αργά, μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης από το 1833 έως το 1910 1,1%.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο λαϊκισμός οδηγεί αφενός μεν στις εθνικές χρεωκοπίες και αφετέρου στην ήττα του 1897. Η περίοδος της πολιτικής αστάθειας των αρχών του 20ου αιώνα και η αρνητική εικόνα που έχει σχηματίσει η Ελληνική κοινωνία για τον πολιτικό λαϊκισμό οδηγούν τελικά στην επικράτηση της Ελλάδας της προόδου και των επιλογών για την μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας. Η προοδευτική Ελλάδα εκπροσωπείται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το μεταρρυθμιστικό κύμα μεταβάλει ραγδαία την παραγωγική δομή της Ελληνικής οικονομίας, με συνέπεια την απογείωση της Ελληνικής οικονομίας μετά το 1910. Παρά τους πολέμους της δεκαετίας του 1910, την μικρασιατική καταστροφή και την εισροή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και την κρίση του 1929, η Ελλάδα αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,3% μέχρι την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η λήξη του πολέμου βρίσκει τη χώρα με σημαντική μείωση του εισοδήματος και υπερπληθωρισμό. Η νέα δραχμή εισάγεται στα τέλη του 1944 και χάνει μέσα σε λίγα χρόνια την αξία της κυρίως λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην χώρα, όπως ο εμφύλιος αλλά και η λαϊκίστική άσκηση της οικονομικής πολιτικής, όπως πολύ γλαφυρά παρουσιάζεται στις διαφορές εκθέσεις της εποχής και ειδικά στην περίφημη έκθεση του απεσταλμένου της κυβέρνησης των ΗΠΑ, P. Porter. Στην χώρα πάλι παλεύουν οι δύο Ελλάδες, αυτή που βλέπει ότι το μέλλον της χώρας απαιτεί αναδιάρθρωση της παραγωγής και αυτή της συντήρησης. Το μεταρρυθμιστικό μέτωπο εκπροσωπείται αρχικά από τον Γ. Καρτάλη υπουργό οικονομικών της Κυβέρνησης Πλαστήρα, ο οποίος πρώτος έθεσε τη βάση για την σταθεροποίησης της οικονομίας και τον Σ. Μαρκεζίνη, ο οποίος με την υποτίμηση του 1953 και την αναπροσαρμογή της δραχμής, με το «κόψιμο» τριών μηδενικών, έθεσε τις τελικές βάσεις για ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι η ηγετική φυσιογνωμία του προοδευτικού οικονομικού μοντέλου που συνδυάζει την σταθερότητα του νομίσματος, για την προστασία των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, με μέτρα πολιτικής για την ταχεία βιομηχανική, αγροτική και κοινωνική ανάπτυξη. Από το 1950 μέχρι την πρώτη κρίση του πετρελαίου ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της χώρας ήταν 6,1%.
H δικτατορία ανακόπτει αυτή την πορεία εκσυγχρονισμού της χώρας και σε συνδυασμό με τις δύο κρίσεις, του πετρελαίου και των πρώτων υλών, επιβραδύνεται ο εκσυγχρονισμός των παραγωγικών δομών. Στην συνέχεια, η οικονομική πολιτική της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ και η πολιτική αστάθεια στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, οδήγησαν σε επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να αυξάνει μόλις κατά 1,4% ετησίως.
Η εικοσαετία της μακροοικονομικής αστάθειας με τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τον υψηλό πληθωρισμό και τα υψηλά επιτόκια φαίνεται να εξάντλησαν την κοινωνία η οποία αναζήτησε την πορεία του εκσυγχρονισμού και την ταχύτερη σύγκλιση προς τα αναπτυγμένα κράτη της Ευρώπης. Το 1994, ο Ανδρέας Παπανδρέου δίνει το σύνθημα για ένταξη στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ και ο Κώστας Σημίτης στην συνέχεια αναλαμβάνει αυτήν την πορεία. Αποτέλεσμα από το 1993 έως το 2010, η μέση ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανήλθε σε 2,4%. Το θετικό μέλλον απαιτούσε όμως σημαντικές μεταρρυθμίσεις και τόσο ο Κ. Σημίτης όσο και ο Γ. Αλογοσκούφης βρήκαν απέναντι τους σημαντικές ομάδες συμφερόντων (ακόμη και μέσα στα κόμματα τους) που τελικά δεν επέτρεψαν την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου μεταρρυθμιστικού προγράμματος που θα οδηγούσε την Ελλάδα στην πλήρη ένταξη της στις αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Αντίθετα φτάσαμε στην χρεωκοπία!
Συμπέρασμα. Η χώρα γνωρίζει ταχεία οικονομική και κοινωνική πρόοδο όταν αναλαμβάνουν την εξουσία σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσωπικότητες, ενώ αντίθετα ο λαϊκισμός στην οικονομική και κοινωνική πολιτική επιβραδύνει την οικονομική πρόοδο και στο παρελθόν οδήγησε σε χρεωκοπία.
Σήμερα ποια Ελλάδα θα κερδίσει;